Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, κατά τον χαιρετισμό της, η υφυπουργός ανέδειξε τη σημασία της εμβάθυνσης της συνεργασίας στον τομέα του βιώσιμου τουρισμού, επισημαίνοντας ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας του τουριστικού τομέα δεν μπορεί να περιορίζεται σε εθνικό επίπεδο, αλλά απαιτεί συντονισμένη δράση σε ευρωπαϊκό και διακρατικό πλαίσιο.
Όπως τόνισε «η CSTI, μέσα από το έργο της, ανέδειξε μια ολιστική προσέγγιση που συνδέει το περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία, δημιουργώντας μακροπρόθεσμη αξία για τον τόπο. Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη Μεσόγειο».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η υφυπουργός στον κοινό στρατηγικό προσανατολισμό Ελλάδας και Κύπρου, σημειώνοντας ότι ως νησιωτικά και παράκτια κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρουν αυξημένη ευθύνη για τη διαμόρφωση πολιτικών που ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες των μεσογειακών προορισμών. «Ελλάδα και Κύπρος μοιραζόμαστε κοινές προκλήσεις -τη νησιωτικότητα, την εποχικότητα, την πίεση στους φυσικούς πόρους- αλλά και κοινές ευκαιρίες για έναν τουρισμό ποιοτικό, υπεύθυνο και ανθεκτικό», τόνισε.
Η κ. Καραμανλή αναφέρθηκε επίσης στη συμμετοχή των δύο χώρων σε προγράμματα διασυνοριακής συνεργασίας INTERREGG της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην πρωτοβουλία της Ελλάδας για τη δημιουργία του Παρατηρητηρίου Παράκτιου και Θαλάσσιου Τουρισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, υπό την αιγίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού, σημειώνοντας ότι η Κύπρος είναι μία από τις χώρες που συμμετέχουν ενεργά.
Ολοκληρώνοντας τον χαιρετισμό της, υπογράμμισε: «Ο τουρισμός υπήρξε για δεκαετίες μοχλός ανάπτυξης για την Ελλάδα και την Κύπρο. Το ζητούμενο σήμερα είναι να διασφαλίσουμε ότι θα παραμείνει μοχλός ευημερίας, χωρίς να υπονομεύει τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται. Είμαι βέβαιη ότι η επόμενη εικοσαετία θα είναι ακόμη πιο ουσιαστική -για την Κύπρο, για την Ελλάδα και για την Ευρώπη συνολικά».
